Ο Βελή Μεχμέτ Κουντή κατάγεται από τη Λουρουτζίνα και έζησε πεταξύ των ετών 1898 και 1970. Πρώτα αρραβωνιάστηκε με την Σεριφέ Βάρτα αλλά δεν μπόρεσαν να συνενοηθούν και χωρισαν. Αργότερα παντρέυτηκε με την αδελφή της Γκουζού. Απέκτησε δύο τέκνα αμφότερα τα οποία πέθααναν. Στο μεταξύ πέθανε και η συζηγός του. Έπειτα παντρεύτηκε με την κόρη του Λαγού, Τουτού Βελή. Απέκτησε πέντε τέκνα, τρείς κόρες και δύο αγόρια. Για να μεγαλώσει τα παιδία του έκανε λογής-λογής δουλειές. Για παράδειγμα σαν εργάτης στο Τμήμα Δημοσίων Έργων. Σαν βοσκός για τον ένα και τον άλλον. Σαν μάζεμα και πούληση καυσόξυλων. Διότι μόνον τον κόπο του είχε να πουλησει.

Ο Βελή Κουντή ήταν άνθρωπος γεμάτος με αγάπη. Ιδίως αγαπούσε πάρα πολή τα παιδία του. Αλλά είχε την ατυχία να θρηνήσει την απώλεια του Μεχμέτ, ενός των παιδίων του τα οποία είχε μεγαλωσει με χίλιες δύο δυσκολίες και στερήσεις. Ο Μεχμέτ, είναι από τα θύματα των επεισδίον τού 1963.

Ο Κουντή, ως απαιτούσαν οι καιροί εκείνοι, παρηφανευόταν για το ότι ήταν Τούρκος και Μουσολμάνος. Εκτελούσε πολύ καλά τους κυπριακούς λαίκούς χορούς. Ο Κουντή είχε και μιά αξιόλογη ικανότητα. Ήταν μάστρος στα τσαττίσματα. Αλλά δυστυχώς ελάχιστα από τα τετράστοιχα του έφθασαν στα χέρια μας.

Στο πανηγύρι του σταυρού στο γειτονικό χωριό Λίμπια νοτίως της Λουρουτζίνα, στη διάρκεια γλεντιού με μουσική και χορούς, τα τσαττίσματα μεταξύ αυτού μιάς τυφλής γυναίκας που έπαιζε το τουμπελέκι και η οποία ήταν γνωστή ως ασυναγωνιστη, στα τσαττίσματα, αποκαλύπτουν την ικανότητα του.

Η γυναίκα ροτά:

Εσού που ξέρεις τα πολλά
Τζι’ ο νους σου πάντα βάλλει,
Έναν παμπόριν λάχανα,
Πόσα κουπέπια κάμνει;

Ο Κουντής απαντά αμέσος:

Αν έν παμπόριν ξώπρωτον,
Ίσια μ’έναν παμπούλιν,
Κάμνει κουπέπια κάμποσα,
Κάνει την Τζύπρουν ούλην.

Η Γυναίακα σκέφτεται και ποτά:

Εσύγκοψα μιάν δίχωρην
Πάνω σ’εξήντα ΄γνάρκα
Ποσα βολίτζια θέλουμεν
Να μέν έρτουν ανάρκα;

Ο Κουντής απαντά:

Εν τζίμε μάστρος προτομάστορας
Για έχτισα τσιβλίτζιν,
Ακούω που τους μάστορες,
Αγνάριν τζε βολίτζιν.

Η γυναίκα σκέφτεται και πάλιν και ρωτά:

Σαράντα σκάλες δίολα,
Έσπειρα τα Σισάμιν
Παρακαλω σε να μου πεις,
Πόσα κουτσιά εν να κάμει;

Ο Κουντής απαντά

Αν εν χωράφκια δίολα,
Τζε πιούν τζι'έναν ποτάμιν
Όσ’άστρι έσιη ο ουρανός
Τόσα κουτσιά να κάμει.

Η γυναίκα ξαφνιάστηκε με τις απαντήσεις που πήρε, σηκώθηκε και ρότησε: Αυτός ο άνθρωπος πόθεν είναι;
-Είναι Λουρουτζιάτης της είπαν.
-Όχι λέει, δεν γίνεται, Λουρουτζίατης δεν είναι, είναι Αυγορίτης, διότι οι Αυγορίτες είναι μάστροι στα τσαττίσματα. Τελικά, η γυναίκα δεν μπόρεσε να ρώτησει τίποτε άλλο και έχασε το διαγωνισμό.

Συντάκτης: Γκιουναï Γκιουζέλ Κιουν (Γκιουναï Οσμάν Μάνταï).